Δρ. Ευγενία Παναγιωτακοπούλου – Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων στην
Επιθεώρηση Εργασίας- Προϊσταμένη ΤΣΕΕΣ της ΠΔΕΕΣ Αθηνών
Η απασχόληση οικιακού προσωπικού αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή εξαρτημένης εργασίας, καθώς παρέχεται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και αποσκοπεί στην κάλυψη προσωπικών ή οικιακών αναγκών του εργοδότη. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης έχει θεσπίσει ειδικούς κανόνες που διαφοροποιούν σε ορισμένα σημεία το καθεστώς των οικιακών και οικόσιτων μισθωτών από εκείνο των λοιπών εργαζομένων, χωρίς όμως να θίγονται τα βασικά εργασιακά τους δικαιώματα.
Οικιακοί μισθωτοί είναι οι εργαζόμενοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να είναι ενταγμένοι σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, με κύριο σκοπό την εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών του εργοδότη, των μελών της οικογένειάς του ή ακόμη και τρίτων προσώπων. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται εργαζόμενοι που φροντίζουν την κατοικία, την οικογένεια ή τον ίδιο τον εργοδότη, ιδίως όταν αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω ηλικίας ή προβλημάτων υγείας. Η ιδιότητά τους δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ενδέχεται να απασχολούνται περιστασιακά και σε εργασίες που σχετίζονται με το επάγγελμα του εργοδότη, όταν αυτό ασκείται στην κατοικία του.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί, δηλαδή όσοι διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη. Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από αυξημένη προσωπική εμπιστοσύνη και συνοδεύεται από ειδικό καθήκον μέριμνας του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 663 του Αστικού Κώδικα.
Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία τους, στους οικόσιτους οικιακούς μισθωτούς δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας, την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, τη νυχτερινή εργασία, την εβδομαδιαία ανάπαυση, την υπερεργασία, την υπερωριακή απασχόληση και τις εκτός έδρας μετακινήσεις. Η θέση αυτή έχει παγίως γίνει δεκτή και από τη νομολογία, μεταξύ άλλων με τις αποφάσεις ΑΠ 783/2013 και ΜΠρΑθ 2039/2012.
Οι εξαιρέσεις αυτές, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι στερούνται βασικών εργασιακών δικαιωμάτων. Αντίθετα, οι οικιακοί και οικόσιτοι μισθωτοί δικαιούνται κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώθηκε με την επέκταση των διατάξεων του Α.Ν. 539/1945 μέσω του Β.Δ. 376/1971 και του άρθρου 8 παρ. 2 της από 26.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, το επίδομα αδείας αποτελεί αναπόσπαστη συνέπεια του δικαιώματος λήψης της ετήσιας άδειας.
Το ειδικό καθεστώς των οικιακών και οικόσιτων μισθωτών στηρίζεται σε ένα συνεκτικό πλέγμα διατάξεων του εργατικού και του αστικού δικαίου. Βασικό νομοθετικό πλαίσιο αποτελούν τα άρθρα 648 και 663 του Αστικού Κώδικα, το άρθρο 3 παρ. 1β΄ του Β.Δ. της 16.7.1920, το άρθρο 1 παρ. 2 του Α.Ν. 539/1945, το Β.Δ. 376/1971, το άρθρο 2 παρ. 1δ΄ του Β.Δ. 748/1966, το άρθρο 43 του Ν. 1836/1989, καθώς και το άρθρο 8 παρ. 2 της από 26.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 133/1975, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1876/1990.
Το ειδικό αυτό καθεστώς αντανακλά την ιδιομορφία της συγκεκριμένης μορφής απασχόλησης, χωρίς να μεταβάλλει τον χαρακτήρα της ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Η ορθή γνώση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου είναι απαραίτητη τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζομένους, καθώς συμβάλλει στην πρόληψη εργατικών διαφορών, στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και στην ορθή εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.






