Γράφει ο Παναγιώτης Κοκκόρης Οικονομολόγος – Υποδιοικητής e-ΕΦΚΑ πρ. ΓΓ Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Υπάρχουν δύο τρόποι να βλέπει κανείς διοργάνωση όπως η ΔΕΘ: Ο ένας είναι να κοιτάζει τι μπορεί να προσφέρει πολιτικά η επόμενη χρονιά. Ο άλλος είναι να αναρωτιέται τι χώρα θέλουμε να έχουμε δημιουργήσει όταν θα έχει περάσει η επόμενη δεκαετία. Η δεύτερη ματιά είναι σαφώς δυσκολότερη. Είναι όμως και αυτή που χρειάζεται περισσότερο η Ελλάδα σήμερα.
Η χώρα έχει διανύσει σημαντική απόσταση. Η ανεργία έχει υποχωρήσει από το 17,8% του 2019 σε περίπου 8%, έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 600.000 θέσεις εργασίας και η οικονομία διαθέτει πλέον περισσότερες δυνατότητες χρηματοδότησης και επενδύσεων.
Όμως η επιτυχία μιας οικονομίας δεν αποτυπώνεται μόνο στους αριθμούς. Αποτυπώνεται στο αν ένας νέος μπορεί να μείνει και να εργαστεί στον τόπο του, αν μια οικογένεια μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον της, αν ένας συνταξιούχος αισθάνεται ασφαλής, αν ένας επιχειρηματίας μπορεί να επενδύσει και αν το κράτος λειτουργεί χωρίς να μετατρέπει κάθε απλή υπόθεση σε μικρή περιπέτεια.
Γι’ αυτό η ΔΕΘ πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Το Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής περιλαμβάνει 73 νέες δράσεις για το 2026 και ο στόχος ολοκλήρωσης περίπου του 90% των προγραμματισμένων οροσήμων μέχρι το τέλος της χρονιάς δημιουργεί μια σαφή απαίτηση: να υπάρχει συνέχεια, ταχύτητα και αποτέλεσμα.
Η κοινωνική ασφάλιση δείχνει πόσο σημαντική είναι αυτή η μετάβαση. Ο e-ΕΦΚΑ έχει μειώσει τις εκκρεμείς κύριες συντάξεις κάτω από τις 14.000, ενώ ο ψηφιακός μετασχηματισμός του Φορέα προχωρά με την ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού αρχείου, την ενοποίηση πληροφοριακών συστημάτων, το νέο ΟΠΣ και τις ψηφιακές υπηρεσίες.
Αυτό όμως δεν πρέπει να είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι η βάση για την επόμενη.
Το ασφαλιστικό του αύριο πρέπει να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη διαφάνεια, περισσότερες επιλογές και ισχυρότερη εμπιστοσύνη. Η ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης και του δεύτερου πυλώνα, όπως και οι θεσμικές παρεμβάσεις για την υπαγωγή επαγγελμάτων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά, εντάσσονται σε αυτή την ανάγκη.
Το ίδιο ισχύει για την οικονομία. Οι πόροι υπάρχουν. Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 κινητοποιεί 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων και δημιουργούνται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Το ερώτημα είναι τι θα αφήσουν πίσω τους αυτά τα χρήματα.
Αν αφήσουν μόνο έργα και αριθμούς, θα έχουμε κάνει τη μισή δουλειά. Αν αφήσουν παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς, υποδομές, θέσεις εργασίας και ευκαιρίες για τους νέους, τότε θα έχουμε κάνει πραγματική πολιτική.
Και εδώ αξίζει να θυμηθούμε τη γνωστή Αμερικανό-Καναδή δημοσιογράφο και συγγραφέα Jane Jacobs. Η μεγάλη της συμβολή ήταν να δείξει ότι οι κοινωνίες δεν λειτουργούν αποτελεσματικά όταν σχεδιάζονται αποκλειστικά από πάνω προς τα κάτω. Χρειάζεται να υπάρχει σχέση ανάμεσα στους θεσμούς και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε μια χώρα χωρίς να ακούμε τους ανθρώπους που θα ζήσουν μέσα σε αυτήν. Και δεν μπορούμε να θεωρούμε την κοινωνία απλώς ένα εκλογικό σώμα που εμφανίζεται κάθε τέσσερα χρόνια.
Η κοινωνία έχει ανάγκες, προσδοκίες, απαιτήσεις και —ευτυχώς— μνήμη.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική πρέπει να ξαναβρεί και την έννοια της παράταξης. Η πολιτική δεν μπορεί να γίνει μια τεχνοκρατική άσκηση «by the book». Χρειάζεται γνώση, ασφαλώς. Χρειάζεται όμως και πίστη σε αρχές, αποτελεσματικότητα, επικοινωνία με τη βάση και κυρίως αίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας.
Οι προσωπικές πολιτικές επιλογές είναι αναπόφευκτες σε μια δημοκρατία. Όταν όμως μετατρέπονται σε υποκατάστατο συλλογικής πολιτικής ή απομακρύνονται από τις αρχές μιας παράταξης, τότε αργά ή γρήγορα έρχεται η κρίση της κοινωνίας. Και η κοινωνία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εκπαίδευση για να καταλάβει πότε ένας πολιτικός βρίσκεται κοντά της και πότε βρίσκεται μακριά της. Ούτε χρειάζεται να του το εξηγήσει κάποιος δημοσκόπος. Το καταλαβαίνει η ίδια η ζωή.
Γι’ αυτό και η σχέση κυβέρνησης και Κοινοβουλίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι υπουργοί οφείλουν να σέβονται τους βουλευτές και να αντιμετωπίζουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ως θεσμική υποχρέωση. Οι βουλευτές, από την άλλη, οφείλουν να υπερασπίζονται τις περιφέρειές τους χωρίς να χάνουν τη μεγάλη εικόνα της χώρας.
Αυτό είναι πολιτική ευθύνη. Δεν μπορεί κάθε περιφέρεια να θεωρεί ότι βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος και κάθε υπουργείο ότι οι ερωτήσεις της Βουλής είναι μια δυσάρεστη διακοπή της καθημερινής του εργασίας.
Η χώρα είναι μία. Και η πολιτική οφείλει να τη βλέπει ολόκληρη. Τελικά, όμως, υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα: για ποιον χρόνο σχεδιάζουμε; Για την επόμενη δημοσκόπηση; Για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση; Ή για την επόμενη γενιά;
Ο πολιτικός που σκέφτεται μόνο την επόμενη κάλπη έχει μπροστά του έναν εκλογικό κύκλο. Ο πολιτικός που σκέφτεται την επόμενη γενιά έχει μπροστά του ιστορική ευθύνη.
Η ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία αυτής της δεύτερης λογικής. Να σηματοδοτήσει μια Ελλάδα που δεν θα περιορίζεται στο να διορθώνει τα προβλήματα του χθες, αλλά θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τις ευκαιρίες του αύριο. Μια Ελλάδα με αποτελεσματικότερο κράτος, ισχυρότερη κοινωνική προστασία, παραγωγικότερη οικονομία και περισσότερες δυνατότητες για τους νέους.
Ο δρόμος προς το 2030 δεν θα κριθεί από το πόσο εντυπωσιακές θα είναι οι εξαγγελίες μιας βραδιάς. Θα κριθεί από το τι θα έχει αλλάξει στην καθημερινότητα των πολιτών όταν θα κοιτάξουμε πίσω. Αυτό είναι το πραγματικό τεστ κάθε κυβέρνησης.
Και ίσως η πιο απλή πολιτική αρχή: Μην μετράς μόνο τι κέρδισες σήμερα. Μέτρα τι αφήνεις πίσω σου αύριο. Γιατί στο τέλος, η ιστορία δεν θυμάται όλες τις εξαγγελίες. Θυμάται τα έργα. Και κυρίως θυμάται αν μια γενιά πολιτικών παρέδωσε στην επόμενη μια χώρα λίγο καλύτερη από εκείνη που παρέλαβε.





