Δρ. Ευγενία Παναγιωτακοπούλου – Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων στην
Επιθεώρηση Εργασίας- Προϊσταμένη ΤΣΕΕΣ της ΠΔΕΕΣ Αθηνών.
Η ετήσια κανονική άδεια δεν αποτελεί απλώς μια περίοδο αποχής από την εργασία, αλλά ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα που συνδέεται άμεσα με την προστασία της υγείας, της ασφάλειας και της ποιότητας ζωής των εργαζομένων. Η ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ενδιαφέρει εξίσου εργαζόμενους και εργοδότες, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση ομαλών εργασιακών σχέσεων και στην αποφυγή παραβάσεων. Στο άρθρο που ακολουθεί παρουσιάζονται, με βάση την ισχύουσα εργατική νομοθεσία, οι βασικοί κανόνες που διέπουν τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας, ο τρόπος υπολογισμού της, ο χρόνος χορήγησής της, η κατάτμησή της και το επίδομα αδείας.
Οι διατάξεις για την κανονική άδεια των εργαζομένων καθορίζονται από τον Α.Ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα. Για τη χορήγησή της λαμβάνεται ως βάση το ημερολογιακό έτος της πρόσληψης του εργαζομένου, ο οποίος δικαιούται αναλογικά την κανονική άδεια από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής του.
Βάσει του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004, κάθε μισθωτός που εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση.
Η ετήσια κανονική άδεια χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά, με βάση το χρονικό διάστημα απασχόλησης του εργαζομένου στον συγκεκριμένο εργοδότη. Το πρώτο ημερολογιακό έτος αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψης και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Κατά τη διάρκειά του, η αναλογία της άδειας υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι (20) εργάσιμων ημερών για πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και είκοσι τεσσάρων (24) εργάσιμων ημερών για εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, που αντιστοιχούν σε δώδεκα (12) μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές που αναλογεί στον χρόνο απασχόλησης του εργαζομένου έως την 31η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Ν. 4808/2021.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στον χρόνο απασχόλησής του στην επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης πέραν του πρώτου, μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες, εφόσον εφαρμόζεται πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, ή μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και στα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του οποτεδήποτε μέσα στο ημερολογιακό έτος.
Με την από 23.05.2000 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται η χορήγηση είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή τριάντα (30) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου σε εργαζόμενους που έχουν συμπληρώσει δέκα (10) έτη υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή δώδεκα (12) έτη προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη.
Επιπλέον, με την από 02.04.2008 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται ότι μετά τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλαδή συνολικά είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και τριάντα μία (31) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας.
Σε περίπτωση μη χορήγησης της άδειας με υπαιτιότητα του εργοδότη, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση εκατό τοις εκατό (100%).
Σύμφωνα με το άρθρο 226 του Π.Δ. 62/2025, κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας απαγορεύεται η απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Α.Ν. 539/1945, στην άδεια αναπαύσεως των μισθωτών υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν περιλαμβάνονται οι Κυριακές, οι αργίες, οι ημέρες ασθενείας του μισθωτού που εμπίπτουν εντός των ορίων της βραχείας ασθένειας, καθώς και η αποχή από την εργασία λόγω στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας ή ανωτέρας βίας. Για τους μισθωτούς που απασχολούνται με πενθήμερο σύστημα εργασίας, η ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) δεν υπολογίζεται στις ημέρες της κανονικής άδειας.
Ο χρόνος χορήγησης της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Π.Δ. 62/2025, καθορίζεται κατόπιν συνεννόησης εργοδότη και εργαζομένου. Τουλάχιστον οι μισοί εργαζόμενοι της επιχείρησης πρέπει να λάβουν την κανονική τους άδεια κατά το χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός δύο (2) μηνών από τη διατύπωση του σχετικού αιτήματος του εργαζομένου, χωρίς όμως η υποβολή του αιτήματος να αποτελεί τυπική προϋπόθεση για τη λήψη της άδειας.
Σύμφωνα με το άρθρο 225 του Π.Δ. 62/2025, η κανονική άδεια χορηγείται, καταρχήν, αδιαίρετη. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δύο περιόδους, όταν αυτό επιβάλλεται από ιδιαίτερα σοβαρή ή επείγουσα ανάγκη της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο τμήμα της άδειας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πέντε (5) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή έξι (6) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών όταν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.
Επιτρέπεται επίσης η κατάτμηση της άδειας σε περισσότερες από δύο περιόδους, ύστερα από έγγραφη αίτηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, ένα τουλάχιστον τμήμα της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει δέκα (10) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας ή δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες όταν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.
Ειδικά στις επιχειρήσεις που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν ιδιαίτερη σώρευση εργασίας λόγω του είδους ή του αντικειμένου των εργασιών τους σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, ο εργοδότης δύναται να χορηγήσει το ενιαίο τμήμα της άδειας των δέκα (10) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.
Η έγγραφη αίτηση του εργαζομένου και η σχετική απόφαση του εργοδότη δεν απαιτούν έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας. Τα σχετικά έγγραφα τηρούνται στην επιχείρηση, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, για πέντε (5) έτη και βρίσκονται στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.
Πέραν των αποδοχών αδείας, οι εργαζόμενοι που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δικαιούνται και επίδομα αδείας. Το επίδομα καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές αδείας και ισούται με το σύνολο των αποδοχών των ημερών άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος, με ανώτατο όριο τις αποδοχές δεκαπέντε (15) ημερών για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών (13) εργάσιμων ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο ή άλλο τρόπο αμοιβής. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται αναλογία του επιδόματος αδείας, ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησής του.
Η ετήσια κανονική άδεια αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προστασίας που παρέχει το εργατικό δίκαιο και δεν συνιστά προνόμιο, αλλά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε εργαζομένου. Η πιστή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων από τους εργοδότες και η ενημέρωση των εργαζομένων για τα δικαιώματά τους συμβάλλουν στην πρόληψη εργατικών διαφορών και στην ενίσχυση της εργασιακής ειρήνης. Η γνώση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου αποτελεί, επομένως, πολύτιμο εργαλείο για όλους όσοι συμμετέχουν στην αγορά εργασίας.





